ἔδεσμα

ἔδεσμα, ατος, τό, ([etym.] ἔδω)
A meat, food, Pl.Ti.73a, Antiph.26.10: pl., eatables, meats, Batr.31, X.Hier.1.23, Pl.R.559b, Antiph.82.1, Porph. Abst.1.55: metaph.,

οὐ γὰρ ἡδύσματι χρῆται ἀλλ' ὡς ἐδέσματι τοῖς ἐπιθέτοις Arist.Rh.1406a19

:—[var] Dim. [full] ἐδεσμάτιον, τό, Procl.ad Hes.Op.41.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔδεσμα — meat neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έδεσμα — το (AM ἔδεσμα) 1. φαγητό, τροφή 2. φαγώσιμα κυρίως ψημένα μσν. (στα μοναστήρια) προσφάι. [ΕΤΥΜΟΛ. Υστερογενής σχηματισμός σε μα από το θ. τού αορ. ηδέσθην, παρακμ. εδήδεσμαι τού έδω*. Πρόκειται πιθ. για μεταπλασμό ενός αρχαίου ονόματος *έδμα] …   Dictionary of Greek

  • έδεσμα — το, ατος φαγητό, φαγώσιμο, φαΐ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐδεσμάτων — ἔδεσμα meat neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδέσμασι — ἔδεσμα meat neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδέσμασιν — ἔδεσμα meat neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδέσματα — ἔδεσμα meat neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδέσματι — ἔδεσμα meat neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδέσματος — ἔδεσμα meat neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεζές — ο 1. έδεσμα σε μικρή ποσότητα και συνήθως σε μικρά κομμάτια που προσφέρεται ως ορεκτικό για να συνοδέψει το κρασί ή άλλο οινοπνευματώδες ποτό 2. (κατ επέκτ.) ελάχιστη ποσότητα φαγητού («το μεσημέρι δεν έφαγα, έναν μεζέ πήρα μόνο») 3. μτφ. μικρό… …   Dictionary of Greek

  • παράθεμα — το ΝΜΑ [παρατίθημι] νεοελλ. 1. απόσπασμα από συγγραφικό έργο που παρατίθεται αυτούσιο στον γραπτό λόγο για διασάφηση κάποιας έννοιας 2. μουσ. σύνθεση που συνδυάζει αριθμό γνωστών μελωδιών είτε ταυτόχρονα είτε, σπανιότερα, διαδοχικά, για την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.